γαστρίμαργος

-η, -ο (AM γαστρίμαργος, -ον)
λαίμαργος, αυτός που τρώει πολύ και δεν χορταίνει.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαστήρ (-στρός) + -μαργος < μάργος «άπληστος, αδηφάγος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γαστρίμαργος — gluttonous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριμαργότατα — γαστρίμαργος gluttonous adverbial superl γαστρίμαργος gluttonous neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριμάργως — γαστρίμαργος gluttonous adverbial γαστρίμαργος gluttonous masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρίμαργον — γαστρίμαργος gluttonous masc/fem acc sg γαστρίμαργος gluttonous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριμάργοις — γαστρίμαργος gluttonous masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριμάργου — γαστρίμαργος gluttonous masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριμάργους — γαστρίμαργος gluttonous masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριμάργων — γαστρίμαργος gluttonous masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριμάργῳ — γαστρίμαργος gluttonous masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρίμαργα — γαστρίμαργος gluttonous neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.